Σύμφωνα με τον Αμερικανικό Σύλλογο Λογοπαθολόγων (ASHA) και μεγάλες διαχρονικές μελέτες, πράγματι περίπου το 70% με 80% των παιδιών που χαρακτηρίζονται αποκλειστικά ως “Late Talkers” (παιδιά 18–30 μηνών με φυσιολογική αντίληψη και ανάπτυξη, αλλά καθυστέρηση στην ομιλία) καταφέρνουν τελικά να «φτάσουν» τους συνομηλίκους τους μέχρι την ηλικία των 3-4 ετών.
Ωστόσο, οι ειδικοί πλέον βάζουν δύο μεγάλους «αστερίσκους» σε αυτό το ποσοστό:
- Το υπόλοιπο 20-30% χρειάζεται στήριξη
Αυτό το ποσοστό δεν θα ξεπεράσει την καθυστέρηση μόνο του. Αν ένα παιδί παραμένει πίσω κοντά στα 4 του χρόνια, η καθυστέρηση αυτή μπορεί να αποτελεί ένδειξη για κάποια Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή (DLD) ή άλλες μαθησιακές δυσκολίες αργότερα.
- Το «φαινόμενο της ψευδούς κάλυψης»
Πολλά παιδιά από το 70-80% που φαίνεται να «φτάνουν» τους υπόλοιπους στο νηπιαγωγείο (επειδή αρχίζουν να μιλάνε με προτάσεις), συχνά συνεχίζουν να εμφανίζουν ανεπαίσθητες, ήπιες δυσκολίες αργότερα στο σχολείο. Αυτές μπορεί να αφορούν:
- Τη γραμματική και το συντακτικό
- Τον εμπλουτισμό του γραπτού λόγου
- Την αναγνωστική κατανόηση και την ορθογραφία
Η σύγχρονη προσέγγιση: Η παλιά τακτική του “περιμένουμε να δούμε” (wait-and-see) θεωρείται πλέον ξεπερασμένη. Επειδή δεν μπορούμε να ξέρουμε εκ των προτέρων αν ένα παιδί ανήκει στο 70% που θα τα καταφέρει μόνο του ή στο 30% που θα δυσκολευτεί, η πρώιμη παρέμβαση και η καθοδήγηση από έναν ειδικό λογοπαθολόγο με εξειδίκευση στις ηλικίες 0-3 είναι πάντα η ασφαλέστερη οδός.